σαπουνόπερα

η, Ν
τηλεοπτική αισθηματική και περιπετειώδης σειρά με ατέρμονα αριθμό επεισοδίων που είναι γραμμένα και ερμηνευμένα πάνω σε κοινότοπα και ανιαρά, συνήθως, πρότυπα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση τού αγγλ. soap opera < soap «σαπούνι» + opera «όπερα»].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.